Thymele Logo
Search

αποδόμηση [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 2
Videos Icon 1
[1]

Ορισμός

Σύνολο θεωρητικών, αισθητικών και καλλιτεχνικών πρακτικών που επιδιώκουν την ανατροπή, την αποσυναρμολόγηση και τη ριζική επανεξέταση των δομών, των εννοιών και των ιδεολογιών που θεωρούνται αυτονόητες ή «φυσικές» μέσα σε ένα κείμενο, μία παράσταση ή ένα πολιτιστικό σύστημα.

Ανάπτυξη

Στις παραστατικές τέχνες, η αποδόμηση χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο κριτικής απέναντι στις συμβατικές θεατρικές μορφές, τις παγιωμένες αφηγήσεις, τις αναπαραστάσεις ταυτοτήτων, αλλά και στις ίδιες τις πολιτικές και ιστορικές δομές που διαμορφώνουν την καλλιτεχνική δημιουργία και πρόσληψη. Στόχος της δεν είναι η καταστροφή ή η άρνηση της θεατρικής μορφής, αλλά η αποκαλυπτική επεξεργασία των μηχανισμών της, η ανάδειξη των αντιφάσεων και των αποκλεισμών που τη διατρέχουν, καθώς και η δυνατότητα δημιουργίας νέων, ανοιχτών και ετερογενών σημασιών.


Η έννοια της αποδόμησης εισήχθη στο θεωρητικό πεδίο από τον Γάλλο φιλόσοφο Jacques Derrida [Ζακ Ντεριντά] κατά τη δεκαετία του 1960, ως μεθοδολογικό εργαλείο για την ανάλυση φιλοσοφικών και λογοτεχνικών κειμένων. Ο Derrida δεν όρισε την αποδόμηση ως μία τεχνική με σαφή βήματα, αλλά ως μια πράξη ανάγνωσης που αναζητά τις «ρωγμές» ενός κειμένου, τα σημεία όπου αυτό αποκαλύπτει την εσωτερική του αστάθεια και τα όριά του. Βασική αρχή της αποδόμησης είναι ότι το νόημα δεν είναι ποτέ πλήρως σταθερό ή τελικό, αλλά προκύπτει μέσα από σχέσεις διαφοράς και απόκλισης. Ως εκ τούτου, κάθε κείμενο περιέχει την πιθανότητα να αντιστρέψει ή να υπονομεύσει τις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται.


Η επιρροή της αποδόμησης επεκτάθηκε σύντομα πέραν της φιλοσοφίας και της λογοτεχνικής θεωρίας, στην αρχιτεκτονική, τις εικαστικές τέχνες, τον κινηματογράφο, αλλά και το θέατρο και τις επιτελεστικές τέχνες. Ειδικά στη θεατρική πράξη, η αποδόμηση απέκτησε πολλαπλές εκφάνσεις: από τη ριζική ανατροπή των κανόνων του δραματικού λόγου έως την αμφισβήτηση της ταυτότητας του/της ηθοποιού, της σχέσης του/της με τον θεατή/τη θεάτρια ή της ίδιας της σύμβασης της αναπαράστασης. Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο αισθητικό ρεύμα, αλλά για μια κριτική στάση απέναντι σε κάθε σταθερότητα μορφική, ιδεολογική, πολιτισμική.


Παρότι ο όρος καθίσταται θεωρητικά κεντρικός τον 20ό αιώνα, στοιχεία αποδόμησης μπορούν να εντοπιστούν και σε παλαιότερες παραστασιακές πρακτικές. Η χρήση της παρωδίας, η μίμηση και η αντιστροφή κλασικών μορφών, η αποσπασματικότητα της αφήγησης ή η σύγχυση μεταξύ ηθοποιού και ρόλου ενυπάρχουν ήδη σε δράματα της αρχαιότητας (όπως στους Βατράχους και στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη [Aristophanes]), της Αναγέννησης (όπως στον Άμλετ [Hamlet] και το Όνειρο Καλοκαιρινής Νυκτός [A Midsummer Night's Dream] του William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] ή στον Δόκτορα Φάουστους [The Tragical History of the Life and Death of Doctor Faustus] του Christopher Marlowe [Κρίστοφερ Μάρλοου]) και του μοντερνισμού (όπως στα Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα [Sei personaggi in cerca d'autore] του Luigi Pirandello [Λουίτζι Πιραντέλλο]. Ο ίδιος ο Derrida επέλεξε ως παραδειγματικό έργο αναφοράς της αποδομητικής θεωρίας του το «θέατρο της σκληρότητας» του Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ], ένα θέατρο που λειτουργεί στα όρια της δυτικής σκέψης και γλώσσας, στα όρια της μεταφυσικής ουτοπίας και της ανεκπλήρωτης πραγματικότητας. Από τη δεκαετία του 1970 κι εξής, δημιουργοί όπως ο Heiner Müller [Χάινερ Μύλλερ], ο Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον], ο Richard Foreman [Ρίτσαρντ Φόρμαν], οι The Wooster Group κι αργότερα, ο Jan Fabre [Γιαν Φαμπρ], ο Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι] και οι Rimini Protokoll [Ρίμινι Προτοκόλ], υιοθετούν συστηματικά αποδομητικές στρατηγικές, διαλύοντας τις κλασικές δομές του θεάτρου, αποσπώντας κείμενα από το ιστορικό ή νοηματικό τους πλαίσιο, σπάζοντας τη γραμμική αφήγηση και καταργώντας τη θεατρική ψευδαίσθηση.


Στην ελληνική σκηνή, αποδομητικές πρακτικές συναντώνται σε σκηνοθεσίες που αποκαλύπτουν ή/και καταρρίπτουν τις θεατρικές συμβάσεις, αποσυνδέουν τη δράση από την πλοκή ή/και μετατρέπουν το κλασικό ρεπερτόριο σε πεδίο σύγχρονων ανατρεπτικών αναγνώσεων. Ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν οι παραστάσεις της Άντζελας Μπρούσκου, του Μιχαήλ Μαρμαρινού [Michail Marmarinos] ή της ομάδας Nova Melancholia. Στη δραματουργία, συγγραφείς όπως ο Δημήτρης Δημητριάδης [Dimitris Dimitriadis] ή η Λένα Κιτσοπούλου ενσωματώνουν αποδομητικά στοιχεία τόσο ως προς τη γλώσσα όσο και ως προς τους αφηγηματικούς μηχανισμούς.


Η αποδόμηση συνδέεται στενά με πολιτικά και φεμινιστικά ρεύματα και, σε πολλές περιπτώσεις, λειτουργεί ως εργαλείο αποκαθήλωσης κανονιστικών μορφών ταυτότητας (φύλου, φυλής, εθνότητας, κοινωνικής τάξης) καταδεικνύοντας τους τρόπους με τους οποίους αυτές συγκροτούνται μέσω πολιτισμικών επιτελέσεων. Το έργο του Judith Butler [Τζούντιθ Μπάτλερ], ειδικά ως προς την έννοια της «επινόησης του φύλου», εισάγει την αποδομητική σκέψη στη σφαίρα του σώματος και της επιτέλεσης, επηρεάζοντας καταλυτικά την τέχνη της επιτέλεσης.

Αγγλικά
deconstruction
Γαλλικά
déconstruction, la
Γερμανικά
Dekonstruktion, die
Ιταλικά
decostruzione, la

Σχετικοί όροι

δομισμός, δομιστής ή στρουκτουραλισμός, στρουκτουραλιστής, φορμαλισμός

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ

Ζωντανό κάτι στο νεκρό γιαλό μου.

Πράγμα που περπατάει όρθιο όπως εγώ κάποτε

Σε κάποιο άλλο έδαφος με δυο υγιή ποδάρια.

Ποιος είσαι, δίποδο; άνθρωπος, ζώο ή Έλληνας;

Κι αν είσαι αυτό, παύεις να είσαι.

Ο Νεοπτόλεμος φεύγει τρέχοντας.

Και χίλια πόδια να ’χες για τη φυγή

Το βέλος μου τρέχει γρηγορότερα.

Ο Νεοπτόλεμος στέκεται.

Πέτα το σίδερο.

Ο Νεοπτόλεμος το πετάει.

Σε τί γλώσσα, σκύλε, έμαθες τα ψέματα

Άνθρωπε, ποια σκύλα σε πέταξε στον κόσμο

Ποιος καλός ή κακός άνεμος έριξε το καράβι σου

Στον πέτρινο γιαλό μου που τα καράβια αποφεύγουν

Από τότε που για να δω κοντά καράβι τη θάλασσα ξεψαχνίζω

Με μάτια να γερνάνε πάντα χωρίς τύχη

Μοναχός στο βράχο μου επάνω με τα όρνια μου

Σύννεφο φτερωτό ανάμεσα σε μάτι κι ουρανό

Που περιμένει υπομονετικά τη σάρκα μου να φθαρεί

Ή ψάχνει για ό,τι περίσσεψε από καράβι

Επιπλέοντας να κρατηθώ έξω απ’ την κοιλιά

Των ψαριών, εγώ ή ό,τι περίσσεψε από μένα.

Ρούχο Έλληνα φοράς, που εγώ το φόρεσα.

Κάτω απ’ το ρούχο του Έλληνα, Έλληνας θα ’ναι.

Ή μήπως και καθάρισες κάποιον Έλληνα, φίλε;

Γιατί φίλο σε ονομάζω, αν απ’ το χέρι σου

Πέθανε Έλληνας και για το λόγο που ’χες, δεν ρωτάω

Έλληνας ήταν αυτός, λόγος άλλος δε χρειάζεται.

Αν εμένα τον ίδιο με στείλεις να κατοικήσω στις σκιές

Είμαι Έλληνας, δε χρειάζεται άλλος λόγος.

Κι εγώ ο ίδιος θα ’μαι αυτός που θάνατο θα δώσει

Αν είσαι αυτό που δείχνει το ρούχο σου: Έλληνας.

Γιατί Έλληνες με πετάξαν πάνω στην πέτρα, σ’ αλάτι

Εμένα τόσο πληγωμένο στην υπηρεσία τους

Κι όχι πλέον ικανό για υπηρεσία με τέτοια πληγή

Κι αυτοί οι Έλληνες το κοίταζαν κι ούτε που κίνησαν το χέρι.

Να τί απόμεινε απ’ το ρούχο στο κλίμα της εξορίας

Με τα μάτια σου βλέπεις τί απ’ τον Έλληνα απέμεινε

Ένα πτώμα που τρέφεται από τον τάφο του.

Ο τάφος μου έχει χώρο για παραπάνω από το πτώμα μου

Πριν να σε καταλάβω από τον τελευταίο σου ήχο

Όταν το βέλος μου θα σε ρωτάει, είσαι Έλληνας;

Η σιωπή σου λέει, είσαι και το τόξο τεντώνει.

Πέθανε λοιπόν και τάισε τα όρνια, την τροφή μου,

Μια πρόγευση στα ράμφη από τη σάρκα μου.

Heiner Müller. (2008). Φιλοκτήτης. Μετ. Ελένης Βαροπούλου. Αθήνα: Άγρα. Τίτλος πρωτοτύπου: "Philoktet". Sinn und Form (1965). Διαθέσιμο στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα.

Quote Icon

«Ο Derrida ήταν αυτός που ηγήθηκε πρώτος του κινήματος της αποδόμησης, της βασικής στρατηγικής στη θεωρία του μεταδομισμού, που οριζόταν κυρίως από την αντίθεσή της στη δυτική μεταφυσική παράδοση γενικά και στη μοντέρνα γλωσσολογική θεωρία ειδικά, όπως αυτή θεμελιώθηκε από τον de Saussure. Η σημειωτική, όπως και η ευρωπαϊκή μεταφυσική γενικότερα, βασίστηκε στην παραδοχή σταθερών, αληθών νοημάτων ή συστημάτων και χτίστηκε με γνώμονα το μοντέλο μιας εκ των προτέρων υπαρκτής πραγματικότητας, η οποία ως σταθεροποιητικός μηχανισμός βρίσκεται πίσω από τις ατομικές εκδηλώσεις του λόγου ή του "παραγόμενου λόγου" της συγγραφής. Ο Derrida, αντίθετα, προσεγγίζει την "πρωτογενώς υπαρκτή πραγματικότητα", όπως και τη συγγραφή, ως "παράγωγα" που έχουν οριστεί από προηγούμενες δομές και από υλικά, τα οποία στην πορεία έχουν απολεσθεί και μόνο τα ίχνη τους εξακολουθούν να υπάρχουν. Πράγματι, οι θεωρητικοί του μεταδομισμού γενικά, παρά τις διαφοροποιήσεις τους, υποστηρίζουν ότι το παραδοσιακό απόν, πρωταρχικό νόημα είναι φιλοσοφικά μη αποδεκτό, επιμένοντας ότι όλες οι θέσεις είναι σχετικές, μετατοπίσιμες και διαπραγματεύσιμες. »

Ο θεωρητικός του θεάτρου Marvin A. Carlson [Μάρβιν A. Κάρλσον] συνοψίζει εδώ τη θεμελιακή διαφορά μεταξύ σημειωτικής (και ευρύτερα του δομισμού) και της αποδόμησης (και ευρύτερα του μεταδομισμού).

Carlson, Μ. (2014). Performance. Μια Κριτική Εισαγωγή (μτφ-επιμ.-εισ. Ράπτου, Ε.). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, σ. 242.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Robert Wilson ARTE Documentary The Beauty of the Mysterious (2022). Ντοκιμαντέρ του ARTE που εξερευνά…

Hamletmachine [Μηχανή Άμλετ] του Heiner Müller - Σκηνοθεσία: Uwe Mengel [Ούβε Μένγκελ], Νέα Υόρκη…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ορέστεια (μία οργανική κωμωδία;) [Orestea (una commedia organica?)], Σκηνοθεσία: Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι]

βασική

Barthes, R. (2007). Μυθολογίες – Μάθημα (μτφ Χατζηδήμου, Κ.). Αθήνα: Κέδρος.

Carlson, Μ. (2014). Performance. Μια Κριτική Εισαγωγή (μτφ-επιμ.-εισ. Ράπτου, Ε.). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Culler, J. 2006. Αποδόμηση: Θεωρία και κριτική μετά το δομισμό. (μτφ Λαμπρόπουλος, Α.). Αθήνα: Μεταίχμιο.

Derrida, J. (2006). Θέσεις (μτφ Μπετζέλος, Τ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Duggan, P., & Peschel, L. (Eds.). (2016). Performing (for) Survival: Theatre, Crisis, Extremity. London: Palgrave Macmillan.

Elam, K. (2002). The Semiotics of Theatre and Drama (2nd ed.). London: Routledge.

Fischer-Lichte, E. (2008). The Transformative Power of Performance: A New Aesthetics. London: Routledge.

Kirby, M. (1987). A Formalist Theatre, Pennsylvania: University of Pennsylvania Press.

Lehmann, H. T., & Jürs-Munby, K. (2006). Postdramatic theatre. London and New York: Routledge.

Murray, S., & Keefe, J. (2007). Physical Theatres: A Critical Reader. London: Routledge.

Pavis, P. (1982). Languages of the Stage: Essays in the Semiology of Theatre. New York: Performing Arts Journal Publications.

Pavis, P. (2013). Contemporary mise en scène : staging theatre today. London & New York: Routledge.

Phelan, P. (1993). Unmarked: The Politics of Performance. Oxon and New York: Routledge.

Reinelt, J., & Roach, J. (2007). Critical Theory and Performance. Ann Arbor: University of Michigan Press.

Turner, C., & Behrndt, S. (2008). Dramaturgy and Performance. Hampshire: Palgrave Macmillan.

Zarrilli, P., McConachie, B., Williams, G. J., & Sorgenfrei, C. F. (2013). Theatre Histories: An Introduction (2nd ed.). Oxon and New York: Routledge.

Woolf, B., Boyle, M.S., & Cornish, M. (2021). Μεταδραματικό Θέατρο και Μορφή (μτφ Αγγελόπουλος, Τ.) Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σοφία.

συμπληρωματική

Allain, P., & Harvie, J. (2014). The Routledge Companion to Theatre and Performance (2nd edition). London: Routledge.

Pavis, P. (2016). The Routledge dictionary of performance and contemporary theatre. London and New York: Routledge.

Pavis, P. (2019). Dictionnaire du théâtre - 4e édition. Paris: Armand Colin.

Ridout, N. (2006). Stage Fright, Animals, and Other Theatrical Problems. Cambridge: Cambridge University Press.

Παπαλεξίου, Ε. (2009). Romeo Castellucci, Socìetas Raffaello Sanzio: Όταν ο λόγος μετατρέπεται σε ύλη, Αθήνα: Πλέθρον.

APA

Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. (n.d.). αποδόμηση. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/αποδόμηση

Chicago

"αποδόμηση." Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. Accessed 17 April 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/αποδόμηση.

1741